Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2012

Εργασίες μαθητών με θέμα: Διηγηθείτε μια ιστορία από τη θέση του πρόσφυγα

                    Είμαι περήφανη για εμένα                                      και για την οικογένεια μου

Με λένε Σαμίχ και έχω ζήσει και εγώ  σαν πρόσφυγας. Έφυγα στα τέσσερα  μου από τη Ρωσία όταν δημιουργήθηκαν, λόγω πολέμου, μεγάλες αναταραχές.   Ταξίδεψα με πλοίο χωριστά από την οικογένεια μου αλλά  στον δρόμο συναντηθήκαμε και φτάσαμε μαζί στην Ελλάδα, στη Ζάκυνθο. Για πολύ καιρό δουλεύαμε ως χαμάληδες (αχθοφόροι) για να επιζήσουμε αφού δεν είχαμε ούτε σπίτι, ούτε αρκετά χρήματα.           Λίγο καιρό αργότερα μετοικήσαμε στη Λευκάδα για λίγο χρονικό διάστημα.Εκεί δυσκολευτήκαμε  ακόμη πιο πολύ αφού κοιμόμασταν στους δρόμους πεινασμένοι. Τέλος μείναμε και μένουμε στο Βόλο, ο μπαμπάς μου δουλεύει σε ένα ταξιδιωτικό γραφείο η μαμά μου δεν δουλεύει και ακόμη με δυσκολία τα βγάζουμε πέρα. Ακόμη δυσκολεύομαι με την ελληνική γλώσσα αν και πηγαίνω τέσσερα χρόνια σχολείο.  Είμαι περήφανη για εμένα και για την οικογένεια μου που αντέξαμε όλα αυτά που μας συνέβησαν. Τώρα είμαστε καλύτερα και οικονομικά αλλά και με όλες τις άλλες έννοιες .                                               Αρσινόη Αβραμίδου         ΣΤ΄ 2


 Η Αισά ψάχνει για ελπίδα…
Εγώ η Αισά ένα κορίτσι  13 χρόνων  από  το Αφγανιστάν ζω σήμερα στο κέντρο υποδοχής προσφύγων στο Λαύριο Αττικής. 
Η ζωή μου  μέχρι  τώρα ξεδιπλώνεται μπροστά σας σαν κινηματογραφική ταινία. Μας στέλνει σε ένα κόσμο εξαθλίωσης εκεί όπου ο τρόμος , ο φόβος και η δυστυχία χτυπούν ανελέητα.
Εγώ και οι γονείς μου ζήσαμε για πρώτη φορά την κόλαση της προσφυγιάς όταν φύγαμε τρομοκρατημένοι από τη χώρα μας  και πήραμε το δρόμο για τα σύνορα με το Πακιστάν. Εκεί οι γονείς μου χτυπημένοι από τους στρατιώτες Ταλιμπάν πέθαναν άδικα γιατί δεν υπήρχαν φάρμακα και γιατροί να τους θεραπεύσουν.
 Σαν το μυρμήγκι στριμωγμένη ανάμεσα σε άλλους  Αφγανούς πρόσφυγες ήμουν σε απόγνωση. Δυο μέρες χωρίς νερό ήταν αρκετές για να  με αναγκάσουν  να φύγω από κει ψάχνοντας ένα καλύτερο μέλλον κάπου αλλού. Μετά από 3 ώρες ταξίδι ποδαρόδρομο  μαζί με άλλους  συμπατριώτες μου  ανέβηκα στην καρότσα ενός φορτηγού που μας μετέφερε στην Τουρκία και μετά στην Ελλάδα.Μας έστειλαν στο κέντρο υποδοχής προσφύγων της ύπατης αρμοστίας του Ο.Η.Ε .
Σε ένα θάλαμο με άλλους  30 πρόσφυγες και το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό μου ζαλισμένη από την ταλαιπωρία βρίσκω ένα στρώμα να ξεκουράσω το άρρωστο  κορμί μου.
Κάθε πρωί που ξυπνάω θυμάμαι τους γονείς μου το σπίτι μου στοΑφγανιστάν,την πατρίδα μου.
Ένα δάκρυ κυλά στο χλωμό πρόσωπό μου ψάχνω για ελπίδα και σιγοτραγουδώ…
Σαν το πουλάκι του χειμώνα
Ψάχνω μια ζεστή φωλιά
Ζητάω την ελπίδα
Και μια ζεστή αγκαλιά.

Σε  λίγες μέρες ένας γιατρός μας εξετάζει. Επιτέλους λίγο φως…
Ένας διερμηνέας έρχεται κοντά μου και η κοινωνική λειτουργός του κέντρου για να με βοηθήσουν.
Αλλά οι δυσκολίες αμέτρητες . Δεν είναι μόνο το πολιτικό άσυλο. Δε γνωρίζω τη γλώσσα δεν έχω εκπαίδευση … δεν έχω δουλειά …είμαι ξένη ανάμεσα σε ξένους.
Εγώ και χιλιάδες άλλα παιδιά πρόσφυγες ψάχνουμε ακόμα την ελπίδα. Περιμένουμε το χέρι σου το χέρι σας.
Γεσθημανή Γιαννόγλου
13ο δημοτικό σχολείο Σερρών.

Μια φανταστική ιστορία

Το όνομά μου είναι Αλίσια. Έζησα μέχρι τα έξι μου χρόνια στην πατρίδα μου τη Λιβύη, ώσπου η ζωή άρχισε να γίνεται δύσκολη.
Θυμάμαι μια μέρα ξύπνησα γρήγορα, σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου κι έτρεξα στους γονείς μου. Με περίμεναν. Στα χέρια τους κρατούσαν βαλίτσες.
Φύγαμε γρήγορα από εκεί!!!... Την εξουσία την πήρε η χούντα.
Με ένα μεγάλο φορτηγό φύγαμε απ’ την πόλη. Μέσα είχε πολλά άτομα. Δεν τα θυμάμαι καθαρά. Δεν καταλάβαινα που ήμασταν καθώς ταξιδεύαμε. Δεν κατεβαίναμε σχεδόν καθόλου από το φορτηγό, μόνο σταματούσαμε να βάλουμε βενζίνη, μέχρι που τα χρήματα και τα τρόφιμα λιγόστεψαν. Για δύο μέρες ο καθένας μας έτρωγε λίγο ψωμί κι έπινε λίγο νερό.
Τελικά την τρίτη μέρα φτάσαμε στο λιμάνι και μπήκαμε σαν λαθρεπιβάτες, εγώ και η οικογένειά μου, σ’ ένα πλοίο που πήγαινε στην Ελλάδα. Είχαμε πάρει μαζί μας λίγα τρόφιμα για να επιβιώσουμε στο ταξίδι.
Ο πατέρας μου δεν μου είχε εξηγήσει γιατί είχαμε φύγει τόσο βιαστικά. Ήταν ένα μακρύ ταξίδι σιωπής.....
Όταν φτάσαμε στην Αθήνα ο πατέρας μου ζήτησε από κάποια υπηρεσία, δεν τη θυμάμαι πολύ καλά, πολιτικό άσυλο. Υπέβαλλε κάτι χαρτιά και  υπέγραφε για πολλές ώρες.
Ήξερε καλά ελληνικά ο πατέρας μου, γιατί είχε σπουδάσει στην Ελλάδα.
Μας πήγαν σε ένα κτίριο που είχε χώρο για να μείνουμε προσωρινά και είπαν στους γονείς μου, ότι μέχρι να γίνει αποδεκτή ή να απορριφθεί η αίτηση για το άσυλο μπορούσαν αν πιάσουν δουλειά και να νοικιάσουν ένα διαμέρισμα.
Ο μπαμπάς σου άρχισε να δουλεύει ως εργάτης στις οικοδομές και η μαμά ως καθαρίστρια. Έξι χρόνια περιμέναμε για το άσυλο... έξι χρόνια!
Όταν τελικά το πήραμε, χαρήκαμε τόσο πολύ! Για αρκετά χρόνια ζούσαμε ευτυχισμένοι, όμως υπήρχαν και υπάρχουν κάποια προβλήματα. Εγώ έμαθα να μιλάω τη γλώσσα, όμως κάποιοι άνθρωποι με κοροϊδεύουν. Μου συμπεριφέρονται σαν να είμαι κατώτερη. Όμως μπορώ και τώρα που είμαι δεκαεννιά χρονών να επιβιώνω. Και να ελπίζω...... 
Ηλέκτρα Φανού
Στ2 20ου Δημ. Σχολείου Σερρών






Οι αναμνήσεις ενός πρόσφυγα…







    Ονομάζομαι Δραγάνογλου (σύνθετη λέξη που προέρχεται από την τούρκικη λέξη dragan που σημαίνει θεριστής και το oglou  που σημαίνει γιος, δηλαδή  γιος του θεριστή) και ζούσα στη Μικρασία με την οικογένειά μου στο χωριό Ενεχίλ.
     Εκεί υπήρχαν και οικογένειες Τούρκων και συμβιώναμε ειρηνικά. Το 1924 που έγινε η ανταλλαγή των πληθυσμών, έτσι ονόμασαν τον διωγμό των Ελλήνων, ήρθα με την οικογένειά μου στην Ελλάδα. Ο παππούς μου πέθανε στη διαδρομή. Ήταν μεγάλος σε ηλικία κι έτσι δεν άντεξε τις δύσκολες συνθήκες του ταξιδιού. Μέρες ολόκληρες περπατούσαμε κουβαλώντας ό,τι μπορούσε ο καθένας. Πολλές φορές νιώθαμε πως δεν θα τα καταφέρουμε.
     Όταν επιτέλους φτάσαμε στην Ελλάδα ήμασταν τόσο εξουθενωμένοι που δεν σκεφτόμασταν τι θα μας ξημερώσει την επόμενη μέρα… Μείναμε στην προσφυγική συνοικία «χωράφια» στο Σουφλί. Μας έδωσαν ένα δωματιάκι με τόσα άτομα μέσα, που δεν μπορούσες να ανασάνεις. Πείνα, αρρώστιες και δυστυχία υπήρχαν γύρω μας και μας καταρράκωναν το ηθικό. Εμείς τα παιδιά κλαίγαμε λες και καταλαβαίναμε το κακό που μας βρήκε.     
     Οι μέρες περνούσαν και έπρεπε γρήγορα να ανασυντάξουμε τις δυνάμεις μας και να συνεχίσουμε τη ζωή. Οι γονείς μου δούλευαν στα χωράφια των πλουσίων και μόλις συγκέντρωσαν κάποια χρήματα βρήκαν ένα παλιό σπίτι και φύγαμε από το συνοικισμό. Τουλάχιστον, τώρα οι συνθήκες διαβίωσης μας ήταν καλύτερες, είχαμε  το δικό μας μαγειρείο και επιτέλους, δεν κοιμόμασταν πια όλοι μαζί.
 Ο κόσμος, όμως, μας αντιμετώπιζε με δυσπιστία. Μας εκμεταλλευόταν κάθε στιγμή. Οι γονείς μου δούλευαν όλη μέρα στις πιο σκληρές χειρωνακτικές εργασίες, χωρίς να αμείβονται ανάλογα. Εμείς αντιμετωπίζαμε το χλευασμό των συμμαθητών μας στο σχολείο. Κράτος δεν υπήρχε πουθενά! Δεν είχαμε φάρμακα, ούτε και ασφάλεια. Αλίμονο αν κάποιος αρρώσταινε… Αντιμετώπιζαν την αρρώστια με γιατροσόφια από βότανα, ελπίζοντας πως η τύχη ήταν με το μέρος τους.
     Σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα, προσπαθώντας πάντα να ξεχάσω τον πόνο και τη δυστυχία, την απόρριψη και την αμφισβήτηση από την κοινωνία. Πέρασαν πολλά χρόνια ώσπου και ‘γω η ίδια να νιώσω περήφανη γι’ αυτό ακριβώς: πως ήμουν πρόσφυγας.

Μαρία Μποζάνη
ΣΤ1 – 20ο  Δημοτικό


Σεβγκί

Τ’ όνομά μου είναι Σεβγκί, είμαι 25 ετών και είμαι πρόσφυγας από το Ιράν.
Πριν μια δεκαετία είχε ξεσπάσει πόλεμος στη χώρα μου γι’ αυτό εγώ, η μαμά μου και κάποιοι συγγενείς αναγκαστήκαμε να φύγουμε και να αναζητήσουμε ένα ασφαλές καταφύγιο σε άλλη χώρα. Αποφασίσαμε να μείνουμε στην Αθήνα όπου πέρασα και τα εφηβικά μου χρόνια.
Τα πρώτα χρόνια ήταν δύσκολα και δεν μπορούσα να συνεννοηθώ με τους ανθρώπους γύρω μου. Επίσης τα παιδιά στο σχολείο που φοιτούσα απέφευγαν να κάνουν παρέα μαζί μου κυρίως για τη διαφορά χρώματος και θρησκείας.
Με την πάροδο όμως των χρόνων γνώρισα ανθρώπους που με βοήθησαν πολύ και τους θεωρώ τώρα σαν δεύτερη οικογένεια.
Πριν δυο χρόνια παντρεύτηκα και έχω ένα παιδί. Είμαι χαρούμενη και ζω ευτυχισμένα με την οικογένειά μου.

Μαρία Γιουβάντση














Μπέλεκ

Με λένε Μπέλεκ, είμαι 12 χρονών, ζούσα στη Σερβία και είμαι χριστιανός. Είχα έναν φίλο, τον Αλτίρ, που ζούσε στη Βοσνία και ήταν μουσουλμάνος. Μαζί παίζαμε, πηγαίναμε σχολείο και συζητούσαμε τα πάντα.
Κάποια στιγμή ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στη Βοσνία και την Σερβία. Ο πατέρας μου είπε στη μαμά μου ότι πρέπει να φύγουμε από το χωριό γιατί κινδυνεύουμε. Έτσι, μαζέψαμε τις βαλίτσες μας και ξεκινήσαμε γιατί οι βόσνιοι μουσουλμάνοι είχαν καταλάβει ήδη το χωριό μας και δεν ήθελαν να μένουν εκεί σέρβοι χριστιανοί.
Φτάσαμε σε ένα χωριό που δεν μπορούσαν να μας πειράξουν οι βόσνιοι μουσουλμάνοι.  Στην αρχή μας έβαλαν σε ένα σχολείο. Κάποια στιγμή όμως, ο μπαμπάς μου βρήκε ένα σπίτι και μείναμε εκεί.
Έχω και άλλους φίλους αλλά ακόμη θυμάμαι τον φίλο μου τον Αλτίρ. Ανυπομονώ να ξαναβρεθούμε και να πάω στο χωριό του για να ξαναπαίξουμε μαζί.
Σ’ αυτόν τον τόπο νιώθω φόβο γιατί βρίσκομαι εδώ για πρώτη φορά αλλά και χαρά μαζί γιατί απέκτησα καινούριους φίλους και γιατί πηγαίνω ξανά στο σχολείο.

Παντελής Λατίνης










Μοράν
Με λένε Μοράν είμαι 28 χρονών και είμαι πρόσφυγας στο Ιράκ. Εκείνες οι στιγμές ήταν οι πιο δύσκολες στη ζωή μου.
 Όταν ήμουν 12 χρονών ο πατέρας μου σκοτώθηκε στον πόλεμο μεταξύ του Ιράν και Ιράκ. Αναγκάστηκα να φύγω γιατί δεν άντεχα τους νέους καταπιεστικούς νόμους. Οι περισσότεροι κάτοικοι έχασαν τα βασικά τους δικαιώματα. Μετά οι αστυνομικοί άρχισαν να συλλαμβάνουν τους κατοίκους για διπλωματικούς λόγους. Αποφασίσαμε με τη μητέρα μου να φύγουμε για το Ιράκ γιατί ακούσαμε πως εκεί συμπεριφέρονταν καλύτερα στους κατοίκους.
Η μητέρα μου πέθανε στα σύνορα. Στην αρχή ζητιάνευα αλλά μετά με πήραν σ’ ένα ίδρυμα. Όταν έγινα 18 χρονών έφυγα από κει και μου έδωσαν κάποια χρήματα για να πιάσω δουλειά και να βρω κατοικία. Κι έτσι από τότε συνεχίζω τη ζωή μου.

Θανάσης Βουλγαρίδης















Ατνάν
Ονομάζομαι Ατνάν και είμαι 20 ετών. Κατάγομαι από το Ιράκ αλλά εδώ και δέκα χρόνια μένω στην Ελλάδα καθώς η χώρα αυτή μου έδωσε πολιτικό άσυλο.
Όταν ήμουν 10 χρονών ζούσα μια φυσιολογική ζωή, πήγαινα στο σχολείο, χαιρόμουν τα μαθήματα αλλά και τα διαλείμματα μαζί με τους φίλους μου.
Μια μέρα όμως όλα άλλαξαν όταν ακούστηκε μια μεγάλη έκρηξη. Φοβήθηκα και άρχισα να τρέχω. Όταν έφτασα στο σπίτι μου αντίκρισα τη μητέρα μου να κλαίει δίπλα στο κατεστραμμένο σπίτι μας. Όλοι στο χωριό ήταν τρομοκρατημένοι γιατί ήξεραν ότι οι εχθροί έφταναν.
Με τη μητέρα μου πήραμε μόνο τα απαραίτητα και ακολουθήσαμε τους άλλους χωριανούς και εγκαταλείψαμε τον τόπο μας. Σκοπός μας ήταν να περάσουμε στην Τουρκία και από κει στην Ευρώπη για να ζητήσουμε άσυλο.
Μετά από πολύ καιρό καταφέραμε και φτάσαμε στη Βουλγαρία. Για κακή μας τύχη μας έδιωξαν με απάνθρωπο τρόπο και δεν μας έδωσαν άσυλο.
Πέρασαν πολλές μέρες. Ο πόνος, η κούραση και η αβεβαιότητα ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό μας. Είχαμε φτάσει στην Ελλάδα. Μετά από πολύ καιρό δεχόμαστε το πρώτο ευχάριστο νέο: μας δίνεται πολιτικό άσυλο.
Δεν μπορούσαμε να προσαρμοστούμε εύκολα. Ήταν δύσκολα. Σιγά σιγά όμως οι έλληνες μας συμπάθησαν κι εμείς βαφτιστήκαμε χριστιανοί. Ζούμε ευτυχισμένοι, όμως συχνά το μυαλό μου γυρνά στην αγαπημένη μου πατρίδα που τόσο βίαια την αποχωρίστηκα.

Φωτεινή Σαπουντζή







Εμίλ
Είμαι η Εμίλ και ζούσα στο Ιράν μαζί με την οικογένειά μου. Κάποτε, όταν ήμουν 10 ετών πήγαμε να ψωνίσουμε σε ένα σουπερμάρκετ. Μόλις γυρίσαμε στο σπίτι μας ακούσαμε πυροβολισμούς, αεροπλάνα, βόμβες και τότε καταλάβαμε πως γίνεται πόλεμος. Τρέξαμε στο σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Εκεί βρήκα τους γονείς μου να κλαίνε και μου είπαν ότι πρέπει να φύγουμε σε άλλη χώρα για να ζήσουμε.
Ταξιδέψαμε προς την Τουρκία. Εκεί ζητήσαμε άσυλο αλλά δεν μας το έδωσαν. Τότε πήγαμε στην Ελλάδα και ζητήσαμε και κει άσυλο το οποίο και πήραμε μετά από καιρό. Οι γονείς  μου βρήκαν δουλειά στα χωράφια κι εγώ άρχισα να πηγαίνω και πάλι στο σχολείο. Με το μισθό που παίρνουν οι γονείς μου συνεχίζουμε να ζούμε ευτυχισμένοι μέχρι και σήμερα.

Παναγιώτα Κρουστάλη
















Νίχαλ
Με λένε Νίχαλ, είμαι 12 ετών και κατάγομαι από το Αφγανιστάν. Κάποια μέρα ήρθαν οι Ταλιμπάν και κατέλαβαν την πόλη μου. Έτσι αποφασίσαμε να φύγουμε. Εγώ και ο αδερφός μου μπήκαμε στο ίδιο φορτηγό όμως οι γονείς μας επειδή δεν χωρούσαν μπήκαν σε ένα άλλο. Από τότε δεν τους ξαναείδαμε.
Μετά από λίγες μέρες ταξίδι με το φορτηγό φτάσαμε στο Πακιστάν. Εκεί πουλούσαμε αναπτήρες για να μαζέψουμε λεφτά και να έρθουμε στην Ελλάδα. Τελικά βρήκαμε κάποιον, τον πληρώσαμε και μετά από ένα πολύ δύσκολο ταξίδι φτάσαμε στον προορισμό μας, σε ένα παραλιακό χωριό της Ελλάδας. Λίγες μέρες πριν φτάσουμε μας τελείωσαν τα τρόφιμα και την τελευταία μέρα και το νερό.
Από τότε ζω σ’ ένα μικρό σπιτάκι με τη θεία και τον αδερφό μου.

Ευγενία Σαρακατσάνη















Μιχάλης
Με λένε Μιχάλη και θα σας διηγηθώ την ιστορία του αδερφού μου του Κώστα και τη δική μου.
Ζούσαμε σε μια περιοχή κοντά στην Κωνσταντινούπολη μέχρι το 1922 που άρχισαν οι σφαγές των Τούρκων. Ήταν μια εποχή που οι έλληνες έφευγαν από τη Μικρά Ασία για να γλιτώσουν. Έτσι κι εμείς φύγαμε για έναν άγνωστο τόπο, την Ελλάδα.
Ήταν δύσκολα γιατί ο αδερφός μου ήταν μικρός και κουραζόταν εύκολα στο μακρύ ταξίδι που κάναμε πεζοί. Φαΐ δεν υπήρχε σχεδόν καθόλου κι αναγκαζόμασταν να ζητιανεύουμε. Πολλές φορές ο κόσμος μας έβριζε και ο αδερφός μου στεναχωριόταν οπότε τρώγαμε τσουκνίδες και αγριόχορτα.
Ευτυχώς φτάσαμε σε μια μεγάλη πόλη, τη Θεσσαλονίκη, κι εκεί συναντήσαμε τη θεία Τούλα που μας πρόσφερε λίγη φροντίδα. Μετά από δύο μέρες βρήκα δουλειά σ’ ένα εργοστάσιο κι ο αδερφός μου σ’ ένα καφενείο.
Έτσι κυλούσε η ζωή μέχρι που το αφεντικό του καφενείου και η γυναίκα του αποφάσισαν να υιοθετήσουν τον μικρό μου αδερφό και τα πράγματα και για τους δυο μας έγιναν καλύτερα.

Σαββίνα Αλιατίδου











Ελισσώ
Με λένε Ελισσώ και έμενα σ’ ένα χωριό στο Ικόνιο. Ήμουν μόλις 11 χρονών όταν το 1922 που έγινε η Μικρασιατική καταστροφή πήγαμε μαζί με τους άλλους κατοίκους στο λιμάνι της Σμύρνης. Δεν μπορούσαμε να έχουμε μαζί μας χρήματα ή χρυσαφικά γιατί οι Τούρκοι τα έπαιρναν. Γι’ αυτό η μητέρα μου σκέφτηκε να ράψει μέσα στη φόδρα του παλτού της κάποια χρήματα με τα οποία μπορέσαμε να πληρώσουμε έναν βαρκάρη για να μας περάσει απέναντι στην Ελλάδα.
Πράγματι μετά από πολλές περιπέτειες φτάσαμε στην Αθήνα και από κει πήγαμε στην Κεφαλονιά όπου μέναμε σ’ έναν καταυλισμό. Λίγες μέρες μετά ο πατέρας μου αρρώστησε και πέθανε. Έτσι εγώ και η μάνα μου ράβαμε και κεντούσαμε για να βγάλουμε λεφτά και να μπορούμε να ζήσουμε.
Η οικογένειά μου ταλαιπωρήθηκε πολύ κι εγώ χρειάστηκε να δουλέψω πολύ σκληρά για να τα καταφέρουμε. Όταν η μαμά μου πέθανε εγώ είχα αποκτήσει ήδη οικογένεια και τρία παιδιά στα οποία λέω ακόμη αυτή την ιστορία.

Ελισάβετ Λεοντίου













Μπελέκ
Με λένε Μπελέκ και είμαι από τη Συρία. Όταν η Αίγυπτος μας κήρυξε πόλεμο αναγκαστήκαμε να φύγουμε κι έπρεπε να βρούμε σε μια άλλη χώρα ένα ασφαλές καταφύγιο.
Μαζέψαμε τα πράγματά μας και την επόμενη μέρα ξεκινήσαμε με τα πόδια να πάμε να βρούμε ένα ασφαλές μέρος. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αντιμετωπίσαμε πολλές δυσκολίες μα το χειρότερο ήταν οι πολλές και δυνατές βροχές. Την επόμενη μέρα του ταξιδιού μας, ένα φορτηγό σταμάτησε μπροστά μας. Εξηγήσαμε στον οδηγό ότι είμαστε από τη Συρία και ότι αναζητούσαμε ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να μείνουμε. Ο οδηγός προσφέρθηκε να μας βοηθήσει. Έτσι ανεβήκαμε στην καρότσα και μετά από πολλές ώρες ταξίδι φτάσαμε σ’ ένα μικρό χωριό της Τουρκίας.
Εκεί κάποιοι γιατροί της Unisef μας έδωσαν τις πρώτες βοήθειες και μας υπέδειξαν που θα μπορούσαμε να μείνουμε. Από τότε και ως σήμερα  ζούμε στο χωριό αυτό ασφαλείς και μακριά από τη δίνη του πολέμου γι’ αυτό και είμαι πολύ ευτυχισμένος.

Κωνσταντίνος Ανανιάδης












Ισάκ
Τ’ όνομά μου είναι Ισάκ και είμαι από το Ιράν. Πριν από λίγα χρόνια αναγκάστηκα να φύγω από την πατρίδα μου γιατί ξέσπασε πόλεμος. Στον δρόμο για μια άλλη ζωή έχασα τους γονείς μου. Ένιωσα στεναχώρια, λύπη και περισσότερο απ’ όλα μοναξιά. Αλλά έπρεπε να κρατηθώ ψύχραιμος και να βρω έναν τρόπο να επιβιώσω. Πέρασα από διάφορα χωριά και πόλεις αλλά κανείς δεν μου έδινε σημασία. 
Τελικά έφτασα σε μια μικρή πόλη της Τουρκίας κοντά στη θάλασσα κι εκεί οι άνθρωποι ήταν πιο φιλόξενοι. Με δέχτηκαν κοντά τους, με βοήθησαν και μου έδωσαν δουλειά. Εκεί μένω ακόμη και σήμερα.

Ηρακλής Βαϊζίδης

















Ομάρ
Το 2011 σε ένα χωριό της Λιβύης, όπου γινόταν πόλεμος ζούσα εγώ ο Ομάρ μαζί με την οικογένειά μου, εκτός του μπαμπά μου που πήγε να πολεμήσει.
Κάποια μέρα, που γύρισα από το σχολείο, η μαμά μου μου ανακοίνωσε ότι πρέπει να φύγουμε γιατί κινδυνεύει η ζωή μας. Εγώ όταν το άκουσα αναρωτήθηκα που θα πάμε και τι θα κάνουμε εκεί. Τότε η μαμά άνοιξε το χάρτη και έδειξε ένα μεγάλο νησί που ήταν απέναντι από τη Λιβύη, την Κρήτη, όπου υπάρχει το Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων, που θα μας βοηθήσει και θα μας δώσει στέγη.
Την άλλη μέρα ετοιμάσαμε τα πράγματά μας, παίρνοντας μόνο τα απαραίτητα. Όταν αναχωρήσαμε από το σπίτι ήμασταν πολύ λυπημένοι και συγκινημένοι.
Μετά από μερικές μέρες φτάσαμε στην Κρήτη με πλοίο και συγκεκριμένα στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων και κοιτούσαμε απορημένοι.
Αφού μας έδωσαν στέγη και η μαμά βρήκε δουλειά κάθε μέρα σκεφτόμουν την πατρίδα και ήλπιζα να επιστρέψουμε.

Ευαγγελία Θεοδοσοπούλου













Οζίλ
Με λένε Οζίλ και είμαι πρόσφυγας από το Ιράν. Εγώ και η οικογένειά μου φύγαμε από τη χώρα μου γιατί υπήρχε πόλεμος. Μετά από μερικές μέρες φτάσαμε στην Ελλάδα. Εκεί πήγαμε στο Κέντρο Υποδοχής Προσφύγων όπου μείναμε για μερικές μέρες ώσπου ο μπαμπάς μου βρήκε δουλειά κι εγώ άρχισα να πηγαίνω στο σχολείο. Εκεί έκανα παρέες και περνούσα καλά.
Έφταναν τα Χριστούγεννα και ο πατέρας μου μας αγόρασε ένα μεγάλο χριστουγεννιάτικο δέντρο. Ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου που κάλεσα όλους τους φίλους μου στο σπίτι για να το δουν. Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που περνούσα μακριά από την πατρίδα μου αλλά ήμουν πολύ χαρούμενος.
Τα χρόνια πέρασαν και κάποια στιγμή οι γονείς μου αποφάσισαν να πάμε πίσω στη χώρα μας που ποτέ δεν τη βγάλαμε από το μυαλό μας. Όταν φτάσαμε είδαμε το σπίτι μας κατεστραμμένο και όλο το χωριό μας σε πολύ κακή κατάσταση. Στεναχωρηθήκαμε πολύ  αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Έτσι επιστρέψαμε στο σπίτι μας και από τότε ζούμε ευτυχισμένοι

Κώστας Τσίτος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου